Σύνδεσμος Ελλήνων Περιφερειολόγων
Eπιστημονικό Περιοδικό ΤΟΠΟΣ
ΣΥΝΕΔΡΙΟ:
ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ, ΧΩΡΟΤΑΞΙΑ ΚΑΙ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ
ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΕΝΩΜΕΝΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ
Tίτλος εισήγησης:
“Χρήσεις Γης και Αντιθέσεις στην Περιφερειακή Ανάπτυξη: Τα παραδείγματα της Ζακύνθου, της Χίου και της Ικαρίας”
Εισηγητής:
Ηλίας Γιαννίρης, Δρ. Χωροταξίας ΕΜΠ
Αθήνα 15-16 Δεκεμβρίου 1995
ΠΑΝΤΕΙΟ Πανεπιστήμιο
ΠΕΡΙΛΗΨΗ
Παρουσίαση των συμπερασμάτων της διδακτορικής διατριβής του εισηγητή, καθώς και των συμπερασμάτων που προέκυψαν από το Συνέδριο που διοργανώθηκε στην Ικαρία με θέμα “Ποιο Μέλλον Ταιριάζει στην Ικαρία;”.
Εξετάζεται η μεταπολεμική εξέλιξη του γαιοχρηστικού συστήματος των τριών νησιών από το 1960 μέχρι και την περίοδο της ένταξής τους στην ΕΟΚ. Συμπεραίνεται κατ’ αρχήν ότι, παρ’ όλο που έχουν διαφορετική ιστορική διαδρομή, και διαφορετικά γεωμορφολογικά χαρακτηριστικά, τα τρία νησιά εμφανίζουν κοινή εξέλιξη του γαιοχρηστικού συστήματος και κοινή έξαρση των προβλημάτων που συνδέονται με τις συγκρούσεις στις χρήσεις γης: Πυρκαγιές, διάβρωση, ερημοποίηση, υπερβόσκηση. Ο συντονισμός των τριών γαιοχρηστικών συστημάτων φαίνεται να είναι όλο και μεγαλύτερος με την πάροδο του χρόνου.
Διαπιστώνεται ότι η Περιφέρεια κάνει έναν σημαντικό αγώνα προσαρμογής στις εξελίξεις, που παρεμποδίζεται από τις δημογραφικές αλλαγές (λόγω μετανάστευσης και ναυτιλίας), την απουσία διακριτής συνέχειας των παραδοσιακών επαγγελμάτων γης (και άρα αδιαφορία για παραδοσιακές πρακτικές αειφορίας) και την έντονη κυριαρχία ορισμένων νέων δραστηριοτήτων που άμεσα ή έμμεσα οξύνουν τις γαιοχρηστικές αντιθέσεις (π.χ. τουρισμός). Στη συνέχεια διατυπώνονται ορισμένες αναπτυξιακές προτάσεις για τέτοια περιφερειακά περιβάλλοντα.
Στα πλαίσια αυτών των προτάσεων, στη συνέχεια, παρουσιάζεται ένα εγχείρημα διάχυσης στην τοπική κοινωνία των νέων αναπτυξιακών κατευθύνσεων της αειφορίας, και της ενδογενούς-τοπικής ανάπτυξης. Το εγχείρημα αυτό ακολουθήθηκε στην περίπτωση της Ικαρίας (ο εισηγητής είναι πρόεδρος της Οργανωτικής Επιτροπής του εγχειρήματος που συνδιοργανώθηκε από μία τοπική εταιρεία της Ικαρίας [ΑΘΕΡΑΣ], το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, το Κέντρο Έρευνας και Τεκμηρίωσης και το Σύλλογο Ικάριων Επιστημόνων).
Παρουσιάζεται μία μεθόδευση συνεύρεσης και κοινού προβληματισμού μεταξύ κεντρικών πολιτικών και επιστημονικών φορέων και τοπικής κοινωνίας, και η πλατφόρμα ειδικών εργασιών που έχει προγραμματιστεί μέσω της λειτουργίας συγκεκριμένων ομάδων εργασίας.
Η μεθόδευση μιας δέσμης δραστηριοτήτων παρουσιάζεται (τοπικής αυτενέργειας, τοπικής ενημέρωσης νέων δυνατοτήτων, συμβασιακών σχέσεων με το κέντρο) και ανιχνεύεται το όφελος που μπορεί να προκύψει στην τοπική κοινωνία στον αγώνα που κάνει για την άρση της πολυετούς απομόνωσής της και την ένταξή της στις σύγχρονες εξελίξεις.
Συμπερασματικά διατυπώνεται η πρόταση ότι χρειάζεται συντονισμένη προσπάθεια για τη γεφύρωση μεταξύ του “παγκόσμιου” και του “τοπικού” στην αναπτυξιακή θεωρία και πρακτική, και ότι το εγχείρημα της Ικαρίας, μεταξύ άλλων, θα μπορούσε να έχει μια συμβολή το εγχείρημα της Ικαρίας.
-------------------------------------------------------
ΠΕΡΙΦΕΡΕΙΑΚΗ ΑΝΑΠΤΥΞΗ, ΧΩΡΟΤΑΞΙΑ ΚΑΙ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΤΗΣ ΕΝΩΜΕΝΗΣ ΕΥΡΩΠΗΣ
Τίτλος εισήγησης:
“Χρήσεις Γης και Αντιθέσεις στην Περιφερειακή Ανάπτυξη: Τα παραδείγματα της Ζακύνθου, της Χίου και της Ικαρίας”
Εισηγητής:
Ηλίας Γιαννίρης, Δρ. Χωροταξίας ΕΜΠ
Εισαγωγή
Η απλή χρήση του όρου “ανάπτυξη” δεν αρκεί, σήμερα, για να προσδιοριστεί μια διαδικασία που ακολουθήθηκε επί δεκαετίες και που σήμερα βρίσκεται σε αδιέξοδο. Η διαδικασία αυτή τίθεται σήμερα σε κριτική, και είναι φυσικό άλλο τόσο να κρίνεται και η στρεβλή και αλόγιστη χρήση του όρου “ανάπτυξη”, αφού όλα έγιναν στο όνομα “της ανάπτυξης”. Μερικές εννοιολογικές διευκρινίσεις είναι λοιπόν αναγκαίες για να υπάρξει μία ελάχιστη βάση συνεννόησης μεταξύ μας.
Τη διαδικασία που ακολουθήθηκε μεταπολεμικά ας την ονομάσουμε “διαδικασία οικονομικής μεγέθυνσης”. Επρόκειτο για μία συνειδητή διαδικασία που υποδήλωνε την κυρίαρχη πεποίθηση ότι όσο συντελείται η οικονομική μεγέθυνση τόσο και μία γενική διάχυση θα επηρεάζει όλες τις άλλες κοινωνικές πτυχές, και επομένως η συνολική κοινωνία θα αναπτύσσεται.
Σήμερα, όλο και λιγότεροι είναι εκείνοι που υποστηρίζουν σε θεωρητικό-επιστημονικό επίπεδο αυτή τη θέση, δηλαδή ότι μεγέθυνση και ανάπτυξη συμβαδίζουν αλλά η δεύτερη δεν είναι δυνατή χωρίς την πρώτη. Συνήθως την υποστηρίζουν εξ’ ανάγκης εκείνοι που παίρνουν αποφάσεις, γιατί δεν έχει γίνει ακόμα κοινωνικά και επιστημονικά κατανοητό το “πώς αλλιώς;”. Πώς γίνεται χωρίς μεγάλες συγκεντρώσεις κεφαλαίου, χωρίς τη διευκόλυνση των διαδικασιών συγκεντροποίησης κεφαλαίου, χωρίς συνεχή αύξηση της παραγωγής. Το να αναζητήσει και εξειδικεύσει κανείς τις επιστημονικές, κοινωνικές, οικονομικές και πολιτικές διαστάσεις της νέας αναπτυξιακής αρχής της αειφορίας και να προχωρήσει στην εφαρμογή τους, είναι παγκόσμια, ένα αναπτυξιακό ζήτημα αιχμής.
Η “θεοποίηση” ή “φετιχοποίηση” της οικονομικής συνιστώσας και η κατανόησή της ως “πρώτα η οικονομική μεγέθυνση και ύστερα όλα τα άλλα”, γίνεται όλο και πιο φανερό ότι οδηγεί σε αδιέξοδα. Αλλά, ακόμα κι αν κάποιος δέχεται ότι είναι έτσι, είναι δύσκολο να απαντήσει στο ερώτημα που ακολουθεί: “Ως πότε θα συμβαίνει αυτή η οικονομική μεγέθυνση; Είναι δυνατόν αενάως να μεγεθύνεται η οικονομία και αενάως να υπάρχει ανάπτυξη της Κοινωνίας;”. “Είναι δυνατόν να αντιλαμβανόμαστε τις κοινωνιακές διεργασίες ως μονοδρομικές και εντελεχείς;”. Φυσικά και όχι εκτός κι αν είμαστε ταυτόχρονα και λάτρεις της αεί-φέρουσας και παντοδύναμης τεχνολογίας, αν “φετιχοποιούμε” ταυτόχρονα και την τεχνολογία, αν δεν πιστεύουμε στην ύπαρξη των “τεχνολογικών φραγμών” και στηρίζουμε τις ελπίδες μας και τη φυσική ανθρώπινη αισιοδοξία μας σε αυτήν
.Βέβαια, μία τέτοια θετική απάντηση όλο και δυσκολότερα θα έδινε κανείς στην μετά-Τσερνομπίλ εποχή μας. Όλο και δυσκολότερα θα την έδινε κανείς αν γνώριζε ότι σήμερα κυκλοφορούν στην αγορά περί τις 100.000 χημικές ουσίες, και ότι μόνο περί τις 2.000 έχουν πλήρως ελεγχθεί για τις επιπτώσεις στη δημόσια υγεία. Μάλιστα μέχρι το 2.000 περίπου ελπίζεται να έχουν ελεγχθεί περί τις 10.000, χωρίς να είναι δυνατό να ξέρουμε πόσες χημικές ουσίες θα έχουν επιπλέον κυκλοφορήσει στην αγορά.
Αν μιλάμε για ανάπτυξη, θα πρέπει να μιλάμε για “Ανάπτυξη της Κοινωνίας” ή, ακόμα καλύτερα για “εξέλιξη της Κοινωνίας, και ταυτόχρονη αναπροσαρμογή της στον φυσικό περίγυρο”. Η ανάπτυξη δεν μπορεί να μην έχει συστημικό περιεχόμενο, και η έννοια “οικονομική ανάπτυξη” δεν μπορεί να έχει αυτόνομο περιεχόμενο. Πρέπει να νοείται ως μία συνιστώσα της Κοινωνιακής Ανάπτυξης. Πόσο μάλλον αφού το να τοποθετηθεί σε πρωταρχική ή κυρίαρχη θέση σε μία αξιακή διαβάθμιση των αναπτυξιακών συνιστωσών, ενδέχεται να αντιστρατεύεται και να υπονομεύει ακόμα και την συνολική ανάπτυξη, την ανάπτυξη ή εξέλιξη της κοινωνίας. Πρέπει να συμφωνήσουμε ότι υπάρχουν ορισμένοι τρόποι οικονομικής μεγέθυνσης που μπορεί να οδηγούν σε ανάπτυξη και ορισμένοι που μπορεί να μην οδηγούν.
Το μεταπολεμικό μοντέλο (τουλάχιστον για να μην αναφερθούμε γενικότερα στο βιομηχανικό μοντέλο και στα παράγωγά του) έφτασε σε κρίση, εξάντλησε τα όριά του, και όλοι πια συμφωνούν ότι πρέπει να αναζητηθεί και να λεπτολογηθεί μία άλλη αντίληψη για την ανάπτυξη, η αειφόρος (sustainable, soutainable), η ενδογενής, η τοπική, η αυτοτροφοδοτούμενη ή όπως αλλιώς την προσδιορίζουμε.
Μερικές παραδοχές που συνηγορούν στη λογική της αειφορίας
Η αναζήτηση του τρόπου εφαρμογής της νέας αναπτυξιακής αρχής της αειφορίας στη σημερινή πραγματικότητα, η αναζήτηση δηλαδή του περάσματος από τη θεωρία στην πράξη, σχετίζεται σήμερα με την αναζήτηση της εσωτερικής λογικής της λειτουργίας της αρχής αυτής, με μία παράλληλη προσπάθεια ταυτοποίησης της αρχής με συγκεκριμένα κοινωνιακά περιβάλλοντα. Στη συνέχεια θα γίνει μία καταγραφή μερικών παραδοχών στις οποίες πρέπει να συμφωνήσουμε, για να κάνουμε ένα ουσιαστικό βήμα προς την εφαρμογή.
Δεν είναι δυνατόν να εξελιχθεί όλος ο κόσμος όπως ο δυτικός, γιατί υπάρχουν περιορισμοί. Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα φυσικού περιορισμού έρχεται από τη διατάραξη της διαδικασίας σχηματισμού του όζοντος της στρατόσφαιρας, εξ αιτίας της ανθρώπινης δραστηριότητας. Μάλιστα, συμβαίνει όσο εξελίσσεται με τον γνωστό τρόπο ο δυτικός κόσμος τόσο και περιορίζεται η δυνατότητα αναζήτησης του υπόλοιπου κόσμου.
Η παγκόσμια και περιφερειακή πολιτισμική ενιαιοποίηση που επιδιώκει η κυρίαρχη λογική της οικονομικής μεγέθυνσης του δυτικού κόσμου (αλλά και άλλες περιφερειακές δυνάμεις) για να μπορεί να επιβιώνει, κάνει την ανθρώπινη κοινωνία του πλανήτη μας όλο και φτωχότερη. Αποτελεί τη ρίζα μιας ιδιότυπης νέας φτώχειας, πολιτισμικού χαρακτήρα, με πολλαπλές διαστάσεις. Το παράδειγμα του Τσίκο Μέντες και της δολοφονίας του είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστικό, αφού εκτός από τις πολιτισμικές αντιθέσεις (ενδογενής ινδιάνικος πληθυσμός-ξένοι στην περιοχή, Ινδιάνοι-διεθνές κεφάλαιο με επενδυτικό ενδιαφέρον στην περιοχή) υπάρχουν και περιβαλλοντικές (καταστροφή τροπικού δάσους και μετατροπή του σε βοσκότοπους για βοοειδή, σημαντική απώλεια πολύτιμων φαρμακευτικών
φυτών). Η αποδοχή της διαφορετικότητας, η αποδοχή του άλλου, ο σεβασμός της ετερότητας πρέπει να αποτελεί σήμερα βασική επιδίωξη.Η διαφοροποίηση των τοπικών κοινωνικών σχηματισμών θα πρέπει πρωταρχικά να συμβαίνει γιατί υπάρχει διαφοροποιημένη αναπτυξιακή βάση, γιατί κάθε τόπος θα πρέπει να συμβάλει στην αειφορική λογική με την ανάδειξη και αξιοποίηση της αναπτυξιακής του ιδιαιτερότητας, είτε αυτοτροφοδοτώντας, είτε ανταλλάσσοντας.
Η διαμόρφωση ενός οριζόντιου τρόπου επικοινωνίας μεταξύ των τοπικών κοινωνικών σχηματισμών είναι αναγκαία σήμερα ως βασική προϋπόθεση συνεργασίας. Αυτό σημαίνει ότι στο εσωτερικό των κοινωνικών σχηματισμών θα υπάρχει η υιοθέτηση, αποδοχή και εφαρμογή κάποιων ελάχιστων δημοκρατικών κανόνων συνεννόησης για την λήψη αποφάσεων. Η διαφοροποίηση των μέσων δημοκρατικής έκφρασης των κοινωνιών πρέπει να σχετίζεται με μία εσωτερική ματιά αναπτυξιακής αυτογνωσίας ώστε τόσο η άμεση δημοκρατία όσο και η αντιπροσωπευτική να μπορούν να λειτουργούν. Σήμερα η επικοινωνία και η συνεργασία συχνά προϋποθέτουν την κυριαρχία, την κατάκτηση, την υποταγή του ενός από τον άλλον (περίπτωση της SHELL και του απαγχονισμού αντικαθεστωτικών στη Νιγηρία).
Όλα τα μεγάλα σύγχρονα ζητήματα, έχουν την αφετηρία τους σε μικρές τοπικές πηγές. Αυτό γίνεται ιδιαίτερα κατανοητό για τα περιβαλλοντικά ζητήματα.
Η ανάγκη για νέες προσεγγίσεις που να προωθούν τη λογική της αειφορίας
Από τα παραπάνω προκύπτει ότι τα ανοιχτά ζητήματα είναι πολλά, δια-τομεακά και δι-επιστημονικά. Επίσης, ότι θίγουν το σκληρό πυρήνα της κυρίαρχης αναπτυξιακής λογικής που στηρίζεται και έχει ως βασικούς κινητήριους μηχανισμούς τη συνεχή επέκταση, την κυριαρχία, την ανισότητα, την ευκαιριακότητα, την ιδιωτικοποίηση και κεφαλαιοποίηση των κοινωνιακών πόρων (εδώ συμπεριλαμβάνονται και οι φυσικοί πόροι), και την άκριτη αποδοχή της τεχνολογικής καινοτομίας. Αυτά τα ανοιχτά, σήμερα, ζητήματα χρειάζονται άλλου τύπου κλαδικές, τομεακές, επιστημονικές, πολιτικές, οικονομικές, κοινωνικές, περιβαλλοντικές προσεγγίσεις προκειμένου να καλυφθεί η ανάγκη της συνολικότητας, της συστηματικότητας και της συστημικότητας, η ανάγκη της γεφύρωσης με το τοπικό.
Μία τέτοια προσέγγιση θα παρουσιαστεί εδώ, που επιχειρήθηκε από τη διδακτορική μου διατριβή μέσα από το παράδειγμα τριών νησιών: Της Ζακύνθου, της Χίου και της Ικαρίας.
Η γαιοχρηστική ρύθμιση του μεσοπολέμου
Το κάθε νησί εδράζεται σε ένα παραδοσιακό τρόπο παραγωγής, που ωστόσο έχει ήδη προσαρμοστεί κατά το μεσοπόλεμο σε ανοιχτές διαδικασίες επικοινωνίας και μεταφορών. Οι κλειστές τοπικές κοινωνίες της εποχής της πειρατείας και οι αντίστοιχοι ενδογενείς παραδοσιακοί τρόποι παραγωγής με στόχο την αυτάρκεια και την αυτοτροφοδότηση έχουν πάψει προ πολλού να υπάρχουν. Ωστόσο επιβιώνουν σημαντικά χαρακτηριστικά του κλειστού παραδοσιακού συστήματος και μία ανταλλακτική δραστηριότητα του παραγομένου πλεονάσματος. Ο τρόπος παραγωγής του κάθε νησιού και η λειτουργία του γαιοχρηστικού συστήματος σχετίζεται άμεσα στις φυσικό-παραγωγικές δυνατότητες του κάθε χώρου και την αγωνία της ιστορικής συνέχειας της τοπικής κοινωνίας
. Επίσης, το κάθε νησί έχει διαφορετική ιστορική διαδρομή. Όλες αυτές οι συνιστώσες δημιουργούν ένα πολυποίκιλο πολιτισμικό μωσαϊκό που είναι εμφανές ακόμα και μέχρι την πρώτη μεταπολεμική δεκαετία.
Η εξέλιξη του συστήματος των χρήσεων γης στην περιφέρεια
Δεν θα μπούμε σε λεπτομέρειες για τον τρόπο επιλογής των νησιών Ζακύνθου, Χίου και Ικαρίας και για τη μέθοδο ανάλυσης των δεδομένων που έγιναν στη διατριβή. Αξίζει όμως να αναφέρουμε ότι για κάθε νησί δημιουργήθηκε μία μήτρα αποτελούμενη από περίπου 50 περιγραφείς του γαιοχρηστικού συστήματος για μία χρονική περίοδο περίπου εικοσαετίας. Στη συνέχεια έγιναν τρεις ξεχωριστές επεξεργασίες των δεδομένων, μέσω της ανάλυσης παραγόντων (factor analysis). Η ερμηνεία των αποτελεσμάτων επέτρεψε την διεξαγωγή συμπερασμάτων για την συνολική εξέλιξη του συστήματος των χρήσεων γης, και για τη σημασία που είχε σε κάθε χρονική περίοδο η κάθε μία μεταβλητή και η κάθε μία ομάδα μεταβλητών.
Από αυτή την προσέγγιση προέκυψαν τα εξής βασικά συμπεράσματα που σχετίζονται με το θέμα μας:
α)Παρά τις επιμέρους διαφορές από νησί σε νησί προέκυψε ότι τα τρία γαιοχρηστικά συστήματα εξελίχθηκαν με τους ίδιους περίπου ρυθμούς και με τον ίδιο τρόπο.
β)το γαιοχρηστικό σύστημα εμφανίζεται να μεταβαίνει από μία παραδοσιακή και σχετικά κλειστή κατάσταση σε μία εκμοντερνιζόμενη και ανοιχτή.
γ)Η νέα κατάσταση φαίνεται να συνδέεται με μία διάλυση-αποδιάρθρωση των παραγωγικών σχέσεων μεταξύ των χρήσεων γης, και άρα τη διάλυση του ενιαίου παραδοσιακού γαιοχρηστικού συστήματος, με βασικό μηχανισμό αποδιάρθρωσης τη δυνατότητα εντατικοποίησης ή όχι της κάθε χρήσης στην συγκεκριμένη κάθε φορά χρονική περίοδο, ανεξάρτητα από την εντατικοποίηση ή όχι των άλλων χρήσεων.
δ)Ο εντεινόμενος οικονομικός ρόλος των πεδινών περιοχών τις ομαδοποιεί ως “αναπτυγμένες περιοχές”, τις διαχωρίζει από τις “ημι-αναπτυγμένες” ημι-ορεινές και τις “υπανάπτυκτες” ορεινές περιοχές. Αυτή η τριζωνική νέα διάρθρωση, που σχετίζεται με τους βαθμούς ανάπτυξης και τους βαθμούς ενσωμάτωσης σε ένα ευρύτερο οικονομικό σύστημα, διαρθώνεται
από τα πεδινά προς τα ορεινά.ε)Η μεταλλαγή του γαιοχρηστικού συστήματος σήμανε τη διαχρονική επέκταση των γαιοχρηστικών αντιθέσεων από τα πεδινά προς τα ορεινά, τη διαχρονική όξυνση των συγκρούσεων, τη διαχρονική αύξηση των εκδηλώσεων αυτής της γαιοχρηστικής σύγκρουσης με χαρακτηριστικό παράδειγμα τις πυρκαγιές.
στ)Μέσα από την κατανόηση των μεταλλαγών του γαιοχρηστικού συστήματος παρέχεται ένα ερμηνευτικό σχήμα κατανόησης τέτοιων αρνητικών φαινομένων όπως της υπερβόσκησης, των πυρκαγιών, της αυξανόμενης διάβρωσης και των πλημμύρων στα πεδινά. Οι μεταλλαγές αυτές σχετίζονται ευθέως με την απώλεια επαγγελματικής συνέχειας από τους γονείς προς τα παιδιά στα επαγγέλματα γης, και η συνεπόμενη αδιαφορία για την καταστροφή των ανανεούμενων φυσικών πόρων αφού η ιδιωτικοποίηση-κεφαλαιοποίηση τους σημαίνει, μεταξύ άλλων και ταχεία εξεύρεση κεφαλαίου για την οικογενειακή ή επαγγελματική τακτοποίηση των παιδιών.
ζ)Η πρόκληση των γαιοχρηστικών εξελίξεων σε περιοχές της περιφέρειας, των γαιοχρηστικών ανακατατάξεων οφείλεται, κατά κύριο λόγο σε παράγοντες που ξεφεύγουν από τα γεωγραφικά όρια των περιοχών αυτών.
Ο σημερινός αγώνας προσαρμογής της Περιφέρειας
Διαπιστώνεται ότι η Περιφέρεια κάνει έναν σημαντικό αγώνα προσαρμογής στις εξελίξεις, ιδιαίτερα από την στιγμή που βρίσκεται στην θέση του ισότιμου εταίρου μαζί με την εθνική κυβέρνηση και την Ευρωπαϊκή Ένωση. Τα κύρια χαρακτηριστικά αυτού του αγώνα προσαρμογής είναι:
η επιδίωξη της αύξησης της δυνατότητας ποσοτικής απορρόφησης μεγάλων πόρων και
η επιδίωξη απόκτησης της τεχνικής δυνατότητας ώστε αυτοί οι πόροι να μετασχηματιστούν σε έργα.
Βρίσκεται σε σωστό δρόμο; κανείς δεν μπορεί να το διαβεβαιώσει και το σίγουρο είναι ότι εκλογικευμένα όχι. Είναι ορατός ο κίνδυνος να συνεχίσει να διασπάται αναπτυξιακά ο χώρος και να δημιουργούνται αναπτυξιακά προβαδίσματα ή στρεβλώσεις από τμήματα του, ως να μην ήταν μέρη ενός ενιαίου συστήματος, συμπεριλαμβανομένου και του γαιοχρηστικού.
Είναι ανάγκη να δημιουργηθούν αναπτυξιακές πολιτικές τέτοιες που να αντιμετωπίζουν ολοκληρωμένα το χώρο, να συνεκτιμούν την ιδιαιτερότητα των συνθηκών της Μεσογείου, να στηρίζονται στα αναπτυξιακά πλεονεκτήματα κάθε περιοχής, να τροφοδοτούν μία ανάπτυξη που να αρθρώνεται από κάτω προς τα πάνω. Και βέβαια είναι ανάγκη η ίδια η Περιφέρεια να είναι ικανή να προωθήσει μία τέτοια αναπτυξιακή κατεύθυνση.
Ενδογενείς αδυναμίες προσαρμογής της Περιφέρειας στις εξελίξεις
Υπάρχουν σημαντικές ενδογενείς αδυναμίες προσαρμογής στις εξελίξεις όπως:
Παρεμπόδιση προσαρμογής από τις δημογραφικές αλλαγές και την αποδυνάμωση της κοινωνικής συνοχής (λόγω μετανάστευσης, γήρανσης, απουσίας κοινωνικής συνοχής και ναυτιλίας). Συχνά απουσιάζει ακόμα και το κατάλληλο επιτόπιο τεχνικό-επιστημονικό δυναμικό που να είναι σε θέση να κατανοήσει τις σύγχρονες αναπτυξιακές απαιτήσεις. Σε περιοχές της Περιφέρειας όπου υπάρχουν μεγάλα αστικά κέντρα ή περιφερειακά τριτοβάθμια ιδρύματα φαίνεται να υπάρχουν λιγότερες δυσχέρειες. Αντίστροφα, σε περιοχές απομακρυσμένες, όπως η Ικαρία, η κοινωνική αποδιάρθρωση είναι εμφανής και η αδυναμία
παρακολούθησης των εξελίξεων από τις ίδιες τις τοπικές δυνάμεις είναι πρόδηλη.Απουσία διακριτής συνέχειας των παραδοσιακών επαγγελμάτων γης (και άρα αδιαφορία για παραδοσιακές πρακτικές αειφορίας) και
Έντονη οικονομική προώθηση και κυριαρχία ορισμένων νεότερων δραστηριοτήτων που άμεσα ή έμμεσα οξύνουν τις γαιοχρηστικές αντιθέσεις (π.χ. μαζικός τουρισμός).
Εξωγενείς αδυναμίες προσαρμογής της Περιφέρειας στις εξελίξεις
Ανεπαρκές θεσμικό πλαίσιο αποκέντρωσης. Σήμερα ζητείται από την Περιφέρεια να διαδραματίσει έναν ιδιαίτερο αναπτυξιακό ρόλο χωρίς να υπάρχει ενδιαφέρον, αλλά και χωρίς να συνειδητοποιείται η ανάγκη για τη δημιουργία ενός αυτόνομου και φυσικά αιρετού, διοικητικού βαθμού σε τριτοβάθμιο επίπεδο. Υπάρχει δηλαδή ένα σημαντικό κενό στη διοικητική διάρθρωση της χώρας αφού ένα από τα τέσσερα εθνικά διοικητικά επίπεδα (ΟΤΑ, Νομαρχιακή Αυτοδιοίκηση, Περιφερειακή Διοίκηση, Κεντρική Διοίκηση) είναι διοριζόμενο και μη αιρετό (η Περιφερειακή Διοίκηση)
Αδυναμία ενσωμάτωσης των Ευρωπαϊκών και Διεθνών εξελίξεων στο Εθνικό Πλαίσιο. Η απουσία επιτελικής κεντρικής διοίκησης, η έντονη ενασχόλησή της με τις άλλες διοικητικές βαθμίδες της χώρας, αλλά και η έντονη υποταγή της δημόσιας διοίκησης στις στενές επιδιώξεις του κάθε ενός πολιτικού προϊσταμένου, δεν επιτρέπει την καθημερινή, συστηματική παρακολούθηση των έξω-εθνικών εξελίξεων, ούτε τη συμμετοχή και συμβολή της χώρας σε αυτές. Η όποια ενσωμάτωση στο εσωτερικό της χώρας γίνεται συνήθως μηχανιστικά, προσθετικά και χωρίς αναπροσαρμογές στην υπάρχουσα κατάσταση (θεσμική, διοικητική, οικονομική κλπ).
Ανυπαρξία ίδιων περιφερειακών πόρων για συνοδευτικά μέτρα και έργα.
Δυο λογικές συγκρούονται
Τα νέα χαρακτηριστικά δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν παρά με εξειδικευμένες για κάθε περιοχή ολοκληρωμένες αναπτυξιακές προσεγγίσεις και όχι με τη λογική “να κάνουμε τώρα υποδομές ανάλογα με την ετοιμότητα του κάθε έργου σε μελέτες και μετά το 2003 να δούμε πως θα έχει διαμορφωθεί η κατάσταση”, γιατί τότε θα έχουμε αποκρυσταλλώματα στο χώρο που αντικατοπτρίζουν την προώθηση της παλαιότερης λογικής της οικονομικής μεγέθυνσης στο 2000 τότε που ευδιάκριτα πια θα αναζητάμε γαιοχρηστικές προσαρμογές εντελώς διαφορετικές από αυτές που θα έχουν προκύψει.
Νέα χαρακτηριστικά στις σημερινές γαιοχρηστικές προσαρμογές
Αυτά τα νέα χαρακτηριστικά που όχι απλά δεν μπορούν να αγνοηθούν, αλλά θα πρέπει να ενσωματώνονται στις αναπτυξιακές προσεγγίσεις που γίνονται στην περιφέρεια, ώστε να μεγιστοποιούνται τα οφέλη και να ελαχιστοποιούνται οι “ζημιές”, είναι:
η εποχικότητα (αλλαγές στο χρονικό καταμερισμό των δραστηριοτήτων, των προσώπων και των τοποθεσιών)
η μειούμενη συνεκτικότητα των τοπικών κοινωνιών (αλλαγές στο χωρικό καταμερισμό των δραστηριοτήτων, των ατόμων και των τοποθεσιών)
η χαμηλή διαθεσιμότητα της επιστημονικό-τεχνικής γνώσης των “παιδιών” αυτής της κοινωνίας γιατί αυτά ζουν “έξω” και “μακριά” από την τοπική κοινωνία. Αυτοί που έχουν απομείνει δεν ξέρουν πώς και με ποιους όρους παίζεται σήμερα το παιχνίδι των πόρων (αλλαγές στην κοινωνική διάρθρωση, μείωση του κοινωνικού ελέγχου, απουσία ολοκληρωμένης κοινωνικής δομής)
η αδράνεια της τοπικής κοινωνίας να προσαρμοστεί και να ζητά ολοκληρωμένες προσεγγίσεις. Σήμερα η τοπική κοινωνία αδυνατεί να συνδιαλλαγεί ακόμη και για αυτά που η ίδια η κεντρική διοίκηση προσπαθεί να αποκεντρώσει. Η καταγγελία και η διεκδίκηση διαφόρων επιμέρους οξυμένων προβλημάτων κυριαρχούν στην τοπική λογική σήμερα, διαστρέφουν την τοπική ολιστική θεώρηση και είναι συνήθεις διαδικασίες αυτοαπαλλαγής των ευθυνών των τοπικών κοινωνιών και χρέωσης τους στον “άλλο”
, “έξω” από εδώ. Οι αναπροσαρμογές από τη λογική της οικονομικής μεγέθυνσης στη λογική της αειφορίας δεν μπορούν να γίνουν με τον καλύτερο και αμοιβαία επωφελή τρόπο, η απαιτούμενη πειθώ και συνεργασία για ολοκληρωμένες προσεγγίσεις δεν υπάρχουν (αλλαγές στον τρόπο συνδιαλλαγής και διαλόγου μεταξύ κέντρου και περιφέρειας).η χειροτέρευση της δυνατότητας εκλογίκευσης, κατανόησης και κοινωνικού ελέγχου των οικονομικών διεργασιών (επενδύσεις, ανακατατάξεις, διεύρυνση-διεθνοποίηση) στο επίπεδο που επισυμβαίνουν (αλλαγή προς το χειρότερο της οικονομικής ανισορροπίας μεταξύ τοπικού-γενικού).
Ένα Παράδειγμα για τον τρόπο συνδιαλλαγής και προβληματισμού στις σύγχρονες συνθήκες.
Εδώ και χρόνια λειτουργεί ένας άτυπος διάλογος για τα αναπτυξιακά προβλήματα της Ικαρίας, κυρίως μεταξύ των Ικάριων που ζουν τον περισσότερο χρόνο στην Αθήνα και αλλού, και των Ικάριων που ζουν τον περισσότερο χρόνο στο νησί. Ο διάλογος αυτός φαίνεται να έχει τη βάση του σε μία αυξανόμενα ανησυχία για το μέλλον του νησιού καθώς η Ικαρία περνάει από μία παρατεταμένη (τουλάχιστον τριακονταετή) περίοδο “αυτοδιαχείρισης της απομόνωσης σε συνθήκες μεγάλης στενότητας πόρων” σε μία νέα περίοδο όπου είναι έκδηλη η πρόθεση από την κεντρική διοίκηση να αρθεί η απομόνωση με σημαντικά έργα υποδομής (λόγω 1ου και 2ου ΚΠΣ περισσότερο και λιγότερο από μία εσωτερική εθνική κατανόηση του προβλήματος της απομόνωσης της Ικαρίας).
Αυτός ο άτυπος διάλογος άρχισε να παίρνει συγκεκριμένη φορμαλιστική μορφή μόλις το 1995, μετά τη συνειδητοποίηση των μεγάλων αναπτυξιακών ζητημάτων και αδυναμιών που αντιμετωπίζει το νησί, όπως
την αναζήτηση της κατάλληλης δράσης μετά την πυρκαγιά του 1993,
τον έλεγχο της βόσκησης προκειμένου να αποφευχθεί μία διαδικασία ερημοποίησης που πολύ εύστοχα έχει χαρακτηριστεί ως κυκλαδοποίηση του Ικαριακού τοπίου (από τα φαλακρά τοπία των Κυκλάδων),
την ανησυχία από τις επιπτώσεις του νεοκατασκευασθέντος αεροδρομίου,
την εκτέλεση μεγάλων, για την κλίμακα του νησιού, έργων και επενδύσεων (μαρίνα, τρία μεγάλα λουτροθεραπευτήρια για την αξιοποίηση των λουτροπηγών, ενδιαφέρον για ιδιωτική πολεοδόμηση, κατασκευή μεγάλου φράγματος χωρίς πρόβλεψη για άρδευση, σημαντικές αγοραπωλησίες γης κλπ).
Συνοπτική περιγραφή του εγχειρήματος
Ειδικότερα, με την αναπτυξιακή πορεία της Ικαρίας, ξεκίνησε, μεταξύ άλλων προσπαθειών, ένα εγχείρημα που μέχρι σήμερα έχει υλοποιήσει μία ημερίδα (Αθήνα, 17.6.1995) και ένα τριήμερο συνέδριο (Ικαρία, 11-13.8.1995) από μία Οργανωτική Επιτροπή τεσσάρων φορέων (η Αστική μη-κερδοσκοπική εταιρεία Ικαρίας ΑΘΕΡΑΣ, το Εθνικό Μετσόβιο Πολυτεχνείο, το επιστημονικό σωματείο μη-κερδοσκοπικού χαρακτήρα Κέντρο Έρευνας και Τεκμηρίωσης, και ο Σύλλογος Ικάριων Επιστημόνων). Αυτή την περίοδο έχουν δημιουργηθεί 16 ομάδες δουλειάς με αντικείμενα που έχουν προκύψει από το ίδιο το Συνέδριο, και όπου συμμετέχουν Ικαριακοί και κεντρικοί φορείς, Ικάριοι και φίλοι της Ικαρίας, επιστήμονες που ενδιαφέρονται για αυτού του είδους την προσέγγιση. Οι ομάδες είναι ανοιχτές και μπορείτε ακόμα και σήμερα να ενταχθείτε, όσοι θέλετε.
Ο γενικός τίτλος του εγχειρήματος είναι “ΠΟΙΟ ΜΕΛΛΟΝ ΤΑΙΡΙΑΖΕΙ ΣΤΗΝ ΙΚΑΡΙΑ;” και το ερώτημα απευθύνεται προς την τοπική κοινωνία αλλά και προς την κεντρική διοίκηση. Το ερώτημα δεν τέθηκε ρητορικά αλλά στηρίχτηκε πάνω στις εξής διαπιστώσεις που έγιναν ευρύτερα γνωστές με το εγχείρημα:
α)Τα ενδεχόμενα μέλλοντα της Ικαρίας μπορούν να είναι πολλά. Δεν υπάρχουν μονοδρομικές και εντελεχείς εξελίξεις στην ανάπτυξη. Η τοπική κοινωνία πρέπει να επιχειρήσει να φανταστεί πώς θα είναι ήδη διαμορφωμένη η τοπική αναπτυξιακή κατάσταση μετά το 2ο ΚΠΣ και με την παραδοχή ότι 3ο ΚΠΣ δεν πρόκειται να υπάρξει.
β)Η τοπική κοινωνία πρέπει να είναι ενημερωμένη και ικανή για να αντιμετωπίσει την κατάσταση που διαμορφώνεται. Σήμερα υπάρχουν σημαντικές αδυναμίες και στην τοπική ενημέρωση και στην εσωτερική ικανότητα διατύπωσης προτάσεων, αξιολόγησης και υλοποίησης, προκειμένου να διαμορφώσει διορθωτικές παρεμβάσεις.
γ)Αν η τοπική κοινωνία δεν επιδιώξει να πετύχει, τώρα, που αίρεται η απομόνωση, μία ανάπτυξη που να την αφορά, τότε, στο εγγύς μέλλον θα συμβιώνει με μία γνωστού τύπου “ανάπτυξη”, αυτή που συνέβη σε όλα τα γύρω νησιά του Αιγαίου, ήδη προβληματική σήμερα μόλις μία ή δύο δεκαετίες από την υλοποίησή της, που θα έχει επισυμβεί στο σώμα της Ικαρίας, διαταράσσοντας ακόμα περισσότερο την κοινωνική της συνοχή.
Με το εγχείρημα αυτό που περιγράφεται ως “Ποιο μέλλον ταιριάζει στην Ικαρία;” επιχειρείται μία συνειδητή μεθόδευση συνεύρεσης και κοινού προβληματισμού μεταξύ κεντρικών πολιτικών και επιστημονικών φορέων και τοπικής κοινωνίας, και η διαμόρφωση μιας πλατφόρμας ειδικών εργασιών, μέσω της λειτουργίας των συγκεκριμένων ομάδων εργασίας.
Το όραμα που επιδιώκεται με το εγχείρημα της Ικαρίας
Ωστόσο, θα πρέπει να επισημάνουμε ότι το εγχείρημα αυτό δεν βαδίζει στα τυφλά. Από την αρχή η Οργανωτική Επιτροπή έβαλε ως επιδίωξη την προώθηση της ιδέας για την εξέλιξη του νησιού σε:
Αυτή η επιδίωξη διαμορφώνει ένα όραμα, το όραμα ενός οικολογικού νησιού, ενός σύγχρονου νησιού-αναπτυξιακού μοντέλου. Επιδιώκει την υλοποίηση μιας σύγχρονης ουτοπίας, όπου η τοπική κοινωνία, οι παραδόσεις της, η ιδιαιτερότητά της μπορούν να επιβιώνουν και να συμβιώνουν με τη σύγχρονη τεχνολογία (δίκτυα, αιολική ενέργεια κλπ), τους σύγχρονους όρους προστασίας του περιβάλλοντος και τις νέες αναπτυξιακές αρχές που εκτοπίζουν τις παλιότερες.
Αυτός ο “αόρατος” στόχος, συνδέεται με τον ιστορικό και κοινωνικό χαρακτήρα του ίδιου του νησιού. Το νησί των ανέμων, αυτό το μακρύ βουνό μέσα στη θάλασσα, ένα φυσικό τοπίο αλίμενο και επικλινές, ένας αραιά κατοικημένος τόπος, ένα νησί πράων και ήπιων ανθρώπων, ένα νησί ενός ιδιότυπου κοσμοπολιτισμού, η ΙΚΑΡΙΑ-σύμβολο στη διεθνή λογοτεχνία της ΟΥΤΟΠΙΑΣ, μια ακόμα εναλλακτική κοινωνία με τη δική της ιδιότυπη κουλτούρα, που πεισματικά επιβιώνει παρά τη λαίλαπα της αστυφιλίας και της μετανάστευσης, μια κοινωνία που αποκτά όλο και περισσότερους φίλους ακριβώς επειδή διατηρεί ακόμα την αυθεντικότητά της και τη γνησιότητά της, αυτό λοιπόν το νησί που ακόμα δεν ξέχασε τους παλιούς τρόπους καλλιέργειας, επικοινωνίας, παραγωγής ιδεών, ίσως καταφέρει να συνειδητοποιήσει αυτό το όραμα.
Οι δυσκολίες του εγχειρήματος
Το να πεις ότι μπορεί να έχει μία κοινωνία την αυτογνωσία για τα σημερινά αναπτυξιακά της πλεονεκτήματα αρκεί να θελήσει, και ότι ίσως συνειδητά πια επιδιώξει να βαδίσει προς ένα μέλλον διαφορετικό από την αναπτυξιακή πεπατημένη, ωστόσο βιώσιμο, σταθερό, σίγουρο και ανθρώπινο, δεν είναι εύκολη υπόθεση.
Πρώτον γιατί η τοπική κοινωνία, κάτω από το βάρος των πιεστικών καθημερινών προβλημάτων και των μεγάλων αναγκών στην υγεία στην παιδεία, στο άθλιο οδικό δίκτυο, ζώντας σε συνθήκες λιτότητας, ενδέχεται να μην αντιληφθεί τη σχέση μεταξύ του γενικού (κατεύθυνση) και του ειδικού (σήμερα).
Δεύτερο, γιατί το εγχείρημα δεν γίνεται στο κενό αλλά σε υπαρκτή κατάσταση όπου υπάρχουν παγιωμένες καταστάσεις και συμφέροντα, που γενικά έχουν την τάση να μην επιθυμούν αλλαγές στο status quo. Ενδέχεται λοιπόν να θεωρηθεί από ορισμένους ότι το εγχείρημα της Ικαρίας μπορεί να θίξει τα δικά τους συμφέροντα και γι
αυτό μπορεί να το κακοχαρακτήριζαν μόνο και μόνο επειδή στηρίζεται σε διαδικασίες τοπικής αυτογνωσίας. Σε μία τέτοια όμως περίπτωση, που υπάρξουν τέτοιου είδους αντιδράσεις, θα έχουμε την περίπτωση της εκμετάλλευσης της απομόνωσης και της μιζέριας που υπάρχει σήμερα (και γιατί όχι και της συντήρησής της) για συσσώρευση κερδών. Η εμφάνιση τέτοιων αντιδράσεων θα σημάνει επίσης ότι, ακόμα και σε τέτοια περιβάλλοντα όπως της Ικαρίας υπάρχουν εκείνοι οι οικονομικοί (ίσως και πολιτικοί) κύκλοι που δεν μπορούν να διανοηθούν έναν άλλο τρόπο ανάπτυξης εκτός από τον μεταπολεμικό της οικονομικής μεγέθυνσης.Όπως και να έχει η κατάσταση, φαίνεται ότι το εγχείρημα που ξεκινήσαμε κίνησε το ενδιαφέρον και το παρακολουθούν και συμμετέχουν άνθρωποι από όλους τους πολιτικούς χώρους, Ικάριοι και μη, νησιώτες και Αθηναίοι, από την πρωτεύουσα του νησιού και από τα ορεινά χωριά. Γεγονός που υποδηλώνει ότι έγινε μία κατ’ αρχήν συσπείρωση πάνω σε μία υπαρκτή ανάγκη για μία ανάπτυξη διαφορετική από αυτή που ξέρουμε.
Πρέπει τέλος να αναφερθεί ότι ο Οργανωτική Επιτροπή συνειδητά επέλεξε να δράσει στον τομέα της παροχής ενημέρωσης και γνώσης και να αποφύγει την εμπλοκή της στα “εσωτερικά” της τοπικής κοινωνίας. Δεν θέλαμε να υποκαταστήσουμε κανέναν από τους τοπικούς φορείς (Αυτοδιοίκηση-φορείς-σύλλογοι) ούτε καν στις διαδικασίες προπαγάνδισης του εγχειρήματος στο εσωτερικό του νησιού, θεωρώντας ότι αυτό ήταν υπόθεση δική τους αφού το εγχείρημα αφορούσε τον προβληματισμό όλων μας για το μέλλον της Ικαρίας. Τελικά, η συμμετοχή του κόσμου ήταν μεγάλη, και ο προβληματισμός έντονος.
Ένα πρώτο συμπέρασμα
Το εγχείρημα έχει αποκτήσει μία δυναμική στην τοπική κοινωνία όπως και σε σημαντικούς κεντρικούς φορείς και υπηρεσίες λόγω της εσωτερικής λογικής που το διατρέχει, αλλά και γιατί είναι εμφανής η σύνδεση του γενικού με το συγκεκριμένο, του καθημερινού με το μακροχρόνιο, του “παγκόσμιου” με το “τοπικό”.
Επίσης, η ξεκαθαρισμένη από την αρχή θέση της Οργανωτικής Επιτροπής ότι θα δημιουργηθεί μια πλατφόρμα συνεχούς προβληματισμού αλλά δεν θα γίνει καμιά ενέργεια χωρίς η ίδια η τοπική κοινωνία να συνειδητοποιήσει την αναγκαιότητά της, έχει άρει τις οποιεσδήποτε δυσπιστίες σχετικά με τις επιδιώξεις του εγχειρήματος.
Τέλος, η διακριτή τοποθέτησή μας στην πλευρά των ενδιαφερομένων επί της ουσίας για την αναπτυξιακή διαδικασία, με σημαντική εθελοντική προσφορά και με επιμονή στην απόκτηση συλλογικών ωφελειών για όλη την τοπική κοινωνία και όχι με κίνητρο την απόκτηση ιδιοτελών ατομικών κερδών, έχει κάνει αποδεκτό το εγχείρημα σε πολύ κόσμο.
Διάφορες άλλες προσεγγίσεις, παρόμοιες με το εγχείρημα της Ικαρίας φαίνεται να βρίσκονται σε εξέλιξη και μάλλον ήρθε η ώρα να ανοίξει ο δρόμος για έναν σύγχρονο και ουσιαστικό προβληματισμό για την αναπτυξιακή θεωρία και πρακτική. Μαζί με αυτές, και το εγχείρημα της Ικαρίας θα μπορούσε να συμβάλει ως προσέγγιση στα υπαρκτά σημερινά προβλήματα με σύγχρονους όρους αλλά και με την επιμονή μας σε οραματικές επιδιώξεις.
Η σημερινή εποχή που σηματοδοτείται από μια γενική αντίληψη για το τέλος της περιόδου των οραμάτων και την αρχή μιας πραγματιστικής ατομιστικής περιόδου της ιδιώτευσης, δεν πρέπει να φτάσει στο σημείο να κάμψει τη βαθιά ανθρώπινη ανάγκη όλων μας, για συλλογικότητα, κοινωνία, πολιτισμό.