Επιστροφή στην αρχική σελίδα

Η’ Επιστημονική Συνάντηση Ν.Α. Αττικής

30 Οκτωβρίου-2 Νοεμβρίου 1997

Τίτλος εισήγησης:

Μια θεώρηση για τα προβλήματα της Περιφέρειας Αττικής

στη σημερινή συγκυρία-

Η περίπτωση της “εκτός των τειχών” Αττικής

Εισηγητής: Ηλίας Γιαννίρης

 

Εισαγωγή:

Η αβεβαιότητα και η αστάθεια του συστήματος που έχει δημιουργηθεί με τον γιγαντισμό της Αθήνας είναι αυξανόμενη ενώ οι αρνητικές επιπτώσεις που προκαλούνται στην περιφέρεια για την κάλυψη των αυξανόμενων αναγκών της Αθήνας πρέπει να εξορθολογισθούν μέσω του ολοκληρωμένου σχεδιασμού των έργων, με διεπιστημονικά κριτήρια και ξεκάθαρες τις απόψεις για τις αναπτυξιακές επιλογές. Με τέτοιες αρχές για την κάλυψη των αναγκών και των επιπτώσεων μπορεί να πλησιάσει ο προγραμματισμός τις αρχές της αειφόρου ανάπτυξης. Στις αναπτυξιακές επιλογές αυτές έχει προταθεί να ενσωματώνονται και ανταποδοτικά οφέλη στις περιοχές που υφίστανται έργα που δεν είναι δικά τους. Μια τέτοια γενικευμένη ανταποδοτικότητα θα άμβλυνε την “αναπτυξιακή σκιά” που πέφτει από την πρωτεύουσα σε πολλές περιοχές και μακροχρόνια θα μπορούσε να θέσει σε αμφισβήτηση τον συνεχή γιγαντισμό της Πρωτεύουσας (ίδιο). Η αειφόρος ανάπτυξη δεν είναι δυνατό να εξετάζεται αποσπασματικά, π.χ. μόνο για το Λεκανοπέδιο, ούτε τομεακά π.χ. μόνο για τις μεταφορές.

 

Η “εκτός των τειχών” Αττική: Η κοντινή περιφέρεια

Αν η απογραφή του 1991 έδειξε ότι η πληθυσμιακή αύξηση της χώρας ήταν 5,3%, η περιοχή με την μεγαλύτερη αύξηση ήταν το Υπόλοιπο Αττικής με 24,5%. Μάλιστα, στελέχη της εταιρείας “Αερολιμήν Αθηνών” εκτιμούν ότι μέσα σε 10-12 χρόνια τα Μεσόγεια θα έχουν 370.000 κατοίκους από 45.000 σήμερα, ενώ στις εγκαταστάσεις του αεροδρομίου θα δραστηριοποιούνται άμεσα ή έμμεσα περί τα 25.000 άτομα. Στην εισήγηση αυτή δεν θα γίνει αναφορά στον παραγωγικό-οικονομικό διαχωρισμό που υπάρχει μεταξύ Ανατολικής και Δυτικής Αττικής μέσω του γνωστού διασυνοριακού ρήγματος του Κηφισού ποταμού που επίσης χωρίζει την Πρωτεύουσα σε δύο περιοχές με διαφορετική φυσιογνωμία. Η Νότιο-ανατολική Αττική, όπως και η Δυτική Αττική, αλλά και οι γύρω νομοί αποτελούν έναν ιδιαίτερο γεωγραφικό χώρο, με μεγάλη εξάρτηση από την Πρωτεύουσα, που εξελίσσεται με σχετικά μικρούς βαθμούς αυτονομίας.

Θα περίμενε κανείς μια ολοκληρωτική απορρόφηση των περιαστικών περιοχών της Αττικής από το Κέντρο-Αθήνα. Όμως αυτό δεν συμβαίνει. Συχνά, αυτή η “κοντινή περιφέρεια” που προσδιορίζεται ακόμη και σήμερα αρνητικά, ως υπόλοιπο Αττικής, έχει χαρακτηριστικά που την κάνουν συγκρίσιμη περισσότερο με τις απομακρυσμένες περιοχές της χώρας παρά με την ίδια την πρωτεύουσα με την οποία γειτονεύουν.

Φαινομενικά αποτελεί αντίφαση το γεγονός ότι ακόμη και σήμερα είναι δυνατόν να βρει κανείς περιαστικά Αττικά περιβάλλοντα που φαίνεται ότι διατηρούν την ιστορική τους ταυτότητα. Μια τέτοια περίπτωση είναι τα Μεσόγεια με περίπου 60.000 στρέμματα αμπελώνες. Παρά τον πολύ υψηλό βαθμό περιαστικότητας της, η ζώνη Κερατέας-Σπάτων-Μαρκόπουλου παρουσιάζει αδυναμία παραγωγικής αναδιάρθρωσης για διάφορους λόγους. Το γεγονός επισημαίνουν οι Α. Μωυσίδης-Ν. Ζιώγα και το αποδίδουν σε τρείς παράγοντες: α) στα μη-ευνοϊκά γεωμορφολογικά χαρακτηριστικά, β) στο μεγάλο ιστορικό παρελθόν της αμπελοκαλλιέργειας και κατά δεύτερο λόγο της ελαιοκαλλιέργειας και γ) σε κοινωνικά και πολιτισμικά στοιχεία που προκύπτουν από μια ανθρωπολογική έρευνα στην περιοχή αυτή.

Ως αποτέλεσμα των τριών αυτών παραγόντων οι Μωυσίδης-Ζιώγα αναφέρουν τον πολύ χαμηλό αριθμό ημερών εργασίας στις αγροτικές εκμεταλλεύσεις, και σαφώς περιορισμένα περιθώρια ικανοποιητικού οικογενειακού εισοδήματος. Μάλιστα, για να ενισχύσουν τον ισχυρισμό αναφέρουν την αδιαφορία των αμπελουργών της περιοχής για το επιδοτούμενο πρόγραμμα εκρίζωσης αμπελώνων (ίδιο, σελ. 90).

Από πολεοδομική-χωροταξική άποψη πρέπει να προστεθεί και ένας τέταρτος λόγος: Το κέντρο επιβάλει μια “σκιά” της υπανάπτυξης σε περιοχές που δεν έχει οικονομικά ενσωματώσει. Οι περιοχές αυτές μπορεί να είναι παραμεθόριες, αλλά μπορεί να είναι και κοντινές, αυτό που εδώ ονομάζουμε “κοντινή περιφέρεια”. Σε τέτοιες συνθήκες, ένας ιδιοκτήτης γης της κοντινής περιφέρειας έχει τρεις εναλλακτικές:

  1. να συντονιστεί με τις ευκαιρίες που του δίνονται από την εγγύτητα της μεγάλης αγοράς και να καλλιεργήσει κηπευτικά, κατά κύριο λόγο, αλλά και να την τροφοδοτήσει με αυγά, γάλα, κρέας. Τέτοιες διαδικασίες έχουν επισημανθεί ήδη από τη διεθνή βιβλιογραφία συστηματικά από τον περασμένο αιώνα και παρατηρούνται σε όλη την περίμετρο των μεγάλων πόλεων του κόσμου, Στην Αθήνα τέτοιο ρόλο παίζουν η Βοιωτία, τα πεδινά γύρω από την Χαλκίδα, και ορισμένες περιοχές της Αττικής που διαθέτουν τα κατάλληλα παραγωγικά χαρακτηριστικά για μια τέτοια πρωτογενή παραγωγή. Σήμερα, σε όλα τα Μεσόγεια, μόνο γύρω από το Μαρκόπουλο βρίσκεται σε εξέλιξη μια τέτοια επέκταση των κηπευτικών.
  2. να περιμένει μέχρι να εκδηλωθεί σημαντικό οικιστικό ενδιαφέρον για τη γη του, ώστε να την πουλήσει ή να την πουλάει με διαδοχικές κατατμήσεις για χρόνια. Ολόκληρη η παράκτια Αττική αλλά και οι περιαστικές περιοχές γύρω από κάθε οικισμό της Αττικής βρίσκονται σε αυτό που ονομάζεται από την πολεοδομία “γη σε αναμονή”, που είναι η γή που κάθε φορά περιβάλλει το σχέδιο πόλης μετά από κάθε ένταξη στο σχέδιο άλλων, συνήθως πυκνοκατοικημένων περιοχών. Η σπέκουλα γης, τα αυθαίρετα, οι εξαγορές, οι πολιτικές πιέσεις, η καταπάτηση γης, η κατάτμηση, οι πυρκαγιές, και μια σειρά παρόμοιων διαδικασιών σχετίζονται βέβαια με πολιτικές πελατειακής ενσωμάτωσης των αγροτών και των μικροοικοπεδούχων, και φέρουν έντονα την σφραγίδα τους στις διαχρονικές αλλαγές των χρήσεων γης μέχρι την οικιστική τους ένταξη. Η γη σε αναμονή όμως, μπορεί να καλλιεργείται ή να μην καλλιεργείται, ανάλογα με την οικογενειακή διάταξη του ιδιοκτήτη γης.
  3. να εύχεται κάποτε η οικιστική περιοχή να περιλάβει και το δικό του χωράφι, μετά από 5, 10 ή 20 χρόνια. Μέχρι τότε, ο κάθε ιδιοκτήτης γης μπορεί να βρει μια παράλληλη εργασία μαζί με την αγροτική ενασχόληση, να διατάξει τις οικογενειακές δυνάμεις ανάλογα, και να διατηρήσει και ένα εισόδημα από την καλλιέργεια της γης. Σε τέτοιες περιπτώσεις ο εκσυγχρονισμός της αγροτικής καλλιέργειας δεν τον ενδιαφέρει, ιδιαίτερα αν η γεωμορφολογική και υδρολογική φυσιογνωμία της περιοχής απαιτεί έργα μεγάλης έντασης κεφαλαίου για τον εκσυγχρονισμό της καλλιέργειας.

Σε αυτή την τρίτη κατηγορία φαίνεται ότι εμπίπτουν τα Μεσόγεια, και γενικά μεγάλες περιοχές της ενδοχώρας της Αττικής. Με μια τέτοια θεώρηση εμπλουτίζονται οι παράγοντες για μια πειστική ερμηνεία των “περίεργων” αντιστάσεων της αμπελοκαλλιέργειας και της ελαιοκαλιέργειας στα Μεσόγεια.

 

Όλα εδώ συμβαίνουν ... έτσι χωρίς πρόγραμμα!

Άλλωστε, στα Μεσόγεια οι υποσχέσεις για έργα είναι πολύ παλιές και η αναμονή μακροχρόνια. Το νέο αεροδρόμιο, η αναβίωση της σιδηροδρομικής γραμμής Λαυρίου, η Σταυρού-Ελευσίνας, η αποκέντρωση του Λιμανιού του Πειραιά, η ενεργοποίηση των Οργανωμένων Βιομηχανικών-Βιοτεχνικών χώρων (Κόκκινες ζώνες, ΒΙΖΩ, ΒΙΠΑ, ΒΙΟΠΑ, ΒΙΠΕ, ΒΕΠΕ) όλα εδώ θα συμβούν και όλα εδώ αργοπορούν. Μάλιστα, όσο επισυσσωρεύονται και νέες υποσχέσεις η κατάσταση γίνεται όλο και πιο περίπλοκη και ανεξέλεγκτη. Ένας χαρακτηριστικός δείκτης της κατάστασης της περιοχής αποτελεί το γεγονός ότι ο αείμνηστος βουλευτής Κατσιγιάννης, ο βουλευτής των αυθαιρέτων όπως τον έχουν ονομάσει πολλοί, έφτασε μέχρι και στη θέση του υφυπουργού ΠΕΧΩΔΕ.

Παράλληλα, νέα οικονομικά συμφέροντα αναφύονται:

  1. είτε από την μαζική μετακίνηση πολλών επιχειρήσεων στον άξονα Φαλήρου-Συγγρού-Κηφισίας-Μεσογείων-Παλλήνης που επιβάλλουν ένα νέο γραμμικό κέντρο στην Αθήνα, παράλληλα με το παραδοσιακό σημειακό κέντρο της Πόλης. Ο άξονας αυτός φαίνεται να επεκτείνεται συνεχώς και η κατεύθυνσή του προς το κέντρο των Μεσογείων μοιάζει να είναι οριστική μετά την ενεργοποίηση των έργων του νέου αεροδρομίου.
  2. είτε από μεμονωμένους μεγαλοεπενδυτές που εκδηλώνουν το οικονομικό τους ενδιαφέρον για σημαντικές δραστηριότητες εντός Αττικής. Το αεροδρόμιο των Σπάτων, ο αγωγός Φυσικού αερίου μέχρι το Λαύριο, η δημιουργία αγωγού κηροζίνης Ασπροπύργου-Σπάτων μαζί με την οδό Σταυρού-Ελευσίνας, ο Ηλεκτρικός Σταθμός του Λαυρίου, διάφορα χωματουργικά-οδικά έργα, το ενδιαφέρον για ένταξη και μαζική δόμηση ολόκληρων εκτάσεων, όπως συμβαίνει με τα κτήματα του Καμπά, ή με την περίπτωση Δέδε στο Λαύριο, όλες αυτές οι αποφάσεις ή προσανατολισμοί, ή ενδεχόμενα σίγουρα επιφέρουν αλλαγές ή προσδοκίες. Σε συνδυασμό με αυτά ένας περίεργος χορός δισεκατομμυρίων που απευθύνεται σε μεγαλοεπενδυτές και συχνά χωρίς την ενημέρωση και εμπλοκή της τοπικής κοινωνίας έχει εξαπολυθεί από την κεντρική εξουσία.

Αυτά τα νέα οικονομικά συμφέροντα δεν είναι δυνατό να αφήνουν αδιάφορη την υπάρχουσα κοινωνία της Αττικής. Ο κάθε ένας παρακολουθεί, ανησυχεί, εύχεται, και αναλόγως αποφασίζει και πράττει. Το ίδιο βέβαια πράττει και το Συμβούλιο της Επικρατείας (Ε’ Τμήμα) που εν μέσω απουσίας συνολικών πολιτικών και σχεδιασμού νομιμοποιείται να απορρίπτει σχεδόν κάθε κυβερνητική πράξη που επιχειρεί να αντιμετωπίσει τα προβλήματα με νομότυπο τρόπο (συχνά καλύπτοντας η δημιουργώντας νέες παρανομίες), όπως έγινε με την αντισυνταγματικότητα του Π.Δ. για την Λαυρεωτική.

 

Σύμμαχοι και θεωρήσεις για μια ενιαία αντιμετώπιση

Δεν θα κομίσω “γλαύκα εις Αθήνας” αν υποστηρίξω και εγώ με τη σειρά μου ότι οι δυνάμεις της αγοράς δεν φτάνουν για να χαραχθεί το μέλλον. Το περίεργο είναι ότι η δική μου φωνή, και μάλλον και οι δικές σας, συμπαρατάσσεται με πολλές άλλες φωνές, ακόμη και των βιομηχάνων, ή των μεγαλοξενοδόχων, που ζητούν ξεκαθάρισμα των επιλογών, μακροχρόνιους ορίζοντες στους σχεδιασμούς, όχι αιφνιδιασμούς, και, το κυριότερο, συντονισμό και αποτελεσματικότητα.

Αυτό συμβαίνει γιατί όλοι βιώνουν το γεγονός ότι εκεί που πέφτει η σκιά της Αθήνας, δημιουργούνται σημαντικές παραγωγικές στρεβλώσεις και αναπτυξιακά πρωθύστερα. Επομένως, η θεώρηση των ενδο-Αττικών γεωγραφικών σχέσεων υπό το πλέγμα της “σκιάς της ανάπτυξης” βοηθάει τις παραγωγικές ομάδες στον καλύτερο εντοπισμό των όρων και προϋποθέσεων για την αντιμετώπιση των προβλημάτων της “κοντινής περιφέρειας”.

Για την πολεοδομία και τη χωροταξία οι περιφερειακές επιπτώσεις της γεωγραφικής υπερ-συγκέντρωσης της Αθήνας, (που πρέπει να θεωρούνται ότι εξελίσσονται διαχρονικά και ότι αλλάζουν) ήταν αναμενόμενες. Ήδη τα προβλήματα που βιώνουμε σήμερα έχουν επισημανθεί ήδη από τη δεκαετία του 50 και του 60. Παράληλα, σε θεωρητικό επίπεδο η “Δυναμική Πόλη-Dynapolis” της θεώρησης Δοξιάδη παρείχε ένα ερμηνευτικό σχήμα των παγκόσμιων οικιστικών εξελίξεων αλλά και μία μεθοδολογική βάση για την χάραξη ολοκληρωμένων χωροταξικών πολιτικών σε πολλές περιπτώσεις σύγχρονων μητροπολιτικών αξόνων.

Παρ’ ότι ο Δοξιάδης ήταν Έλληνας, στην ίδια του τη χώρα δεν υπήρξε πρόβλεψη, προγραμματισμός και σχεδιασμός, ούτε και οι κατάλληλοι φορείς για να παρακολουθήσουν και να αντιμετωπίσουν τις εξελίξεις. Μέχρι σήμερα οι πολιτικές προέβαιναν σε “εκ των υστέρων” διορθωτικές παρεμβάσεις.

Σήμερα, όμως όλο και περισσότερο φαίνεται ότι η κρατική μηχανή χαράζει σαφείς πολιτικές προκειμένου να οργανωθούν οι υποδοχές των μεγάλων οικονομικών συμφερόντων. Σε χωροταξικό επίπεδο αρκετά παραδείγματα επιβεβαιώνουν αυτή την πολιτική κατεύθυνση: Η πολιτική επέλαση για αξιοποίηση του Δέλτα του Φαλήρου με το Καζίνο, που ακυρώθηκε τελικά, για να επανεμφανιστεί με την μορφή της αξιοποίησης για τους Ολυμπιακούς Αγώνες. Η παλιότερη πολιτική επιχείρηση για τον Ιδιωτικό Σταθμό του Λαυρίου από ιδιώτη. Η προωθούμενη πολιτική για τις ΒΕΠΕ και οι έντονες ανησυχίες για τις επιπτώσεις από μια ενδεχόμενη χαριστική αντιμετώπιση στην περίπτωση του Λιμανιού του Λαυρίου. Η μεσολάβηση του ίδιου του Οργανισμού Αθήνας προς την Αυτοδιοίκηση για ένταξη στο Σχέδιο των αμπελώνων του Καμπά, μετά από το επενδυτικό ενδιαφέρον των κατασκευαστών της Αττικής Οδού που έγιναν και οι ιδιοκτήτες των αμπελώνων Καμπά. Το ενδιαφέρον του Συνεταιρισμού των Υπαλλήλων του Υπουργείου Οικονομικών για δόμηση μέσα στον Εθνικό Δρυμό Σουνίου.

 

Οι αλληλεξαρτήσεις δεν είναι μόνο τοπικού χαρακτήρα και εμβέλειας

Σήμερα, όλα όσα συμβαίνουν στη διεθνή σκηνή βρίσκουν την οικονομική και πολιτική τους έκφραση εδώ: Η σχέση του “διεθνούς” με το “τοπικό” (Μέγαρα και Φ. Αέριο, Σπάτα και Νέο Αεροδρόμιο), η σχέση του “κυρίαρχου” με τον υποτελή (χωροθέτηση ΧΥΤΑ, οικονομικοί μετανάστες, πολιτικοί πρόσφυγες, ανεργία, εργατικά ατυχήματα), η σχέση της ανάπτυξης με κακοποίηση του περιβάλλοντος (ΠΕΤΡΟΛΑ, ΜΟΤΟΡΟΙΛ, Λαύριο, Εθνικός Δρυμός Πάρνηθας και Ολυμπιακό Χωριό, Βιότοπος Σχοινιά και έργα Ολυμπιακών Αγώνων), η σχέση του “οργανωμένου” με το “ανοργάνωτο” (Εθν. Δρυμοί Σουνίου και Πάρνηθας και δασικές εκτάσεις και παραλιακές ζώνες και γεωργική γή σε σχέση με εκτός σχεδίου δόμηση και αλλαγές χρήσεων γης, σιδηροδρομική γραμμή Λαυρίου), η σχέση του πρωτογενή με τον δευτερογενή και τριτογενή τομέα (τουρισμός, βιομηχανία, καλλιέργειες και οι αλληλοσχέσεις τους), η σχέση του γενικού με το αποσπασματικό (πολιτική λιμανιών, οδικό δίκτυο, οικιστική ανάπτυξη, μη-ανάπτυξη του περιαστικού σιδηρόδρομου), η σχέση του ατομικού με το κοινό συμφέρον (καταπατήσεις-εκχερσώσεις δασών, αυθαίρετα, Λατομεία), η σχέση του ιδιωτικού με το δημόσιο (σύμβαση Αεροδρομίου, Μικρό Λαύριο, διόδια στη Σταυρού-Ελευσίνας και στην Περιφερειακή Υμηττού, περίπτωση ΔΕΔΕ στο Λαύριο, κ.α) κλπ.

 

Ανάγκη για αναζήτηση εγγενών τοπικών διεργασιών

Οι εξωτερικοί και εγγενείς όροι για την αντιστροφή της σημερινής περιθωριοποίησης και υποβάθμισης είναι αλληλο-συσχετιζόμενοι και αλληλο-τροφοδοτούμενοι. Η αναζήτηση της σύνθεσης μέσω εγγενών-τοπικών διεργασιών είναι ο καλύτερος δρόμος για την δόμηση ενός οράματος για την περιοχή της Ν.Α. Αττικής. Το ζητούμενο σήμερα αφορά την απόκτηση μεγαλύτερων βαθμών αυτονομίας και αυτοτέλειας, και την άμβλυνση της εξάρτησης από τις αποφάσεις της Πρωτεύουσας.

Η Νομαρχία πρέπει να παίξει δραστήριο ρόλο σε αυτή την κατεύθυνση. Το ίδιο και οι ΟΤΑ της περιοχής. Πρέπει καθημερινά η Αν. Αττική, όπως και η Δυτ. Αττική να βρουν τον τρόπο της πειστικής επισήμανσης των πληθυσμιακών, γεωγραφικών και οικολογικών ορίων της Αττικής. Επίσης, πρέπει να απαιτείται η συνεργασία με κάποιο διοικητικό μητροπολιτικό φορέα της πρωτεύουσας που σήμερα δεν υπάρχει.

Ο νέος Αερολιμένας, η Σταυρού-Ελευσίνας και η επέκτασή της μέχρι το Σούνιο, ο περιαστικός σιδηρόδρομος και σκέλος του Λαυρίου, το Τεχνολογικό Πάρκο Λαυρίου, ο Εθνικός Δρυμός Σουνίου, ο καθορισμός του ρόλου των λιμανιών Ραφήνας και Λαυρίου, ο νέος ΧΥΤΑ, ο επαναπροσδιορισμός των οργανωμένων ΒΙΠΕ και ΒΙΠΑ (Λαύριο, Κορωπί-Βάρη, Μαρκόπουλο, Παλλήνη) και η διαχείρισή τους, η οργανωμένη διαχείριση των ακτών και του φυσικού περιβάλλοντος, η διατήρηση και ανάδειξη του ιστορικού γεωργικού τοπίου των Μεσογείων, αποτελούν ψηφίδες που επιβάλουν μεγαλύτερο συντονισμό των τοπικών δυνάμεων για να γίνει η εσωτερίκευση των ωφελειών από τα υπερ-τοπικά έργα και να αμβλυνθούν οι αρνητικές επιπτώσεις. Όλα αυτά μπορούν να αποτελέσουν καινοτομίες ή να είναι καταστροφικά, ανάλογα με το σύστημα διαχείρισης και το όραμα που θα κυριαρχήσει.

Τρεις άξονες προτείνονται:

 

Ένας Επίλογος που θα μπορούσε να είναι και Εισαγωγή

Συχνά συμβαίνει οι κοινωνικές δυνάμεις σε ορισμένους τόπους να λειτουργούν με τέτοιο τρόπο που να συλλαμβάνουν το καινούργιο, να πρωτοπορούν και να επιβάλλουν το πλαίσιο συνεργασίας με την κεντρική διοίκηση, ή να προωθούν από κοινού τους τοπικούς στόχους. Το φαινόμενο αυτό φαίνεται ότι αυξάνει στις μέρες μας, ιδιαίτερα μετά τη θέσπιση της αρχής της επικουρικότητας από την Ε.Ε. Παράλληλα αυξάνουν και οι επιχειρηματικές δράσεις των κοινωνικών φορέων. Σταδιακά ως χώρα φαίνεται ότι απεμπλεκόμαστε από την λογική που απαιτούσε από το κράτος να τα παρέχει όλα.

Χωρίς να απεμπολούνται οι κατακτήσεις του κοινωνικού κράτους, θα πρέπει στην παραγωγική και στην κοινωνική σφαίρα, αλλά και στα θέματα οικολογίας να κατανοούμε όλοι όλο και περισσότερο ότι οι ίδιες οι τοπικές δυνάμεις οφείλουν να συσπειρώνονται και να δίνουν λύσεις με συλλογικό τρόπο, ανεξαρτήτως των κοινωνικών δαπανών ή των επενδύσεων. Το να υπάρχει κοινωνική κίνηση και προσφορά (πολλές φορές εθελοντική) συχνά φτάνει για να γίνουν σημαντικά ξεκινήματα, για να δημιουργηθούν νέες θέσεις εργασίας, να πολυμεριστούν οι δραστηριότητες. Η κοινωνική ενεργοποίηση πολλαπλασιάζει τις τοπικές δυνάμεις και είναι ανατρεπτική των κρατουσών αξιών του ατομισμού, του ωχαδερφισμού και της τηλεοπτικής γκλαμουριάς. Είναι συνήθως χαμηλού κόστους, είναι πολύ αποδοτική σχετικά με τις σχέσεις των μεγαλύτερων με τη νεολαία και συχνά αναπτύσσει τη δημιουργικότητα και τη φαντασία. Τέλος, συχνά αναγκάζει και την κεντρική διοίκηση να συντονίζεται.

Σίγουρα, η κοινωνική ενεργοποίηση δεν μπορεί και δεν πρέπει να υποκαθιστά τα νόμιμα όργανα της πολιτείας ή της αυτοδιοίκησης, ούτε να παραβιάζει ορισμένες επιστημονικές ή καλλιτεχνικές αρχές. Θα πρέπει παράλληλα με την επιδίωξη του κάθε στόχου να προσπαθεί να επεμβαίνει και επί της ποιότητας, επί της ευγένειας και της ανθρωπιάς.

Στα μέρη που αυτό γίνεται με επιτυχία οι τοπικές κοινωνίες έχουν πολλά να μας διδάξουν. Έχω την αίσθηση, και θα το αναφέρω χωρίς καμία διάθεση κολακείας, ότι και εσείς, με την πρωτοβουλία αυτών των επιστημονικών συναντήσεων κινείστε σε αυτό τον ποιοτικό κύκλο που έχει τόσο ανάγκη σήμερα η κοινωνία μας. Μακάρι και η ευρύτερη περιοχή σας να καταφέρει κάποτε να εκφραστεί με αυτοτελή, ολοκληρωμένη φωνή και ενεργοποίηση για τις ανθρώπινες και κοινωνικές ανάγκες σας. Είναι ανάγκη να αντιστεκόμαστε όλοι μας απέναντι στις κυρίαρχες σήμερα πολιτικές που αποφασίζουν όχι τόσο για να επιτευχθεί κάποιος σκοπός αλλά κυρίως για τα μέσα αυτά καθεαυτά.

Επιστροφή στην αρχική σελίδα